Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Προφητείες, αστοί και ληστές το 1821

Η Ελληνική Επανάσταση ήταν Εθνική, παράγωγο της Γαλλικής του 1789

Του Σπ. Ι. Ασδραχα*
Οι συγχρονικές καταγραφές των πεπραγμένων του 1821 δεν απόκρυψαν τη φρίκη του πολέμου. Η Ελευθερία, αντικρύζοντας το τείχος της Τριπολιτσάς, επιθυμεί να του ρίξει «φόβου, τρόμου αστροπελέκι»· η άλωση της πρωτεύουσας του Μωριά δεν έφερε άλλον ύπνο, πάρει θάνατο πικρό. Παλιότερα, προφητεύοντας, όπως λέγεται, το «ποθούμενο» ο Κοσμάς Αιτωλός, έλεγε ή υποτίθεται ότι έλεγε, ότι τούτο θα γίνει όταν το μοσχάρι θα κολυμπούσε στο αίμα. Το ίδιο πίστευε και ο Χατζή-Σεχρέτης: η εξέγερση των Βλαχαβαίων δεν εγγραφόταν στην τελεολογία του «ποθούμενου», δηλαδή την ανατροπή των όρων κυριαρχίας, γιατί δεν έγιναν αυτό που είχαν πει οι «γνωστικοί», δηλαδή οι «επαΐοντες», ότι το θεόδοτο σήμα θα ήταν η «πλεγή», το κολύμπι του μοσχαριού στο αίμα. Ωστόσο η επανάσταση του 1821 δεν περίμενε τα σήματα της προφητείας για να ξεσπάσει.
Ηταν μια επανάσταση εθνική, παράγωγο του γαλλικού 1789, όπως το κρυστάλλωσαν οι
Ναπολεόντειοι πόλεμοι με το σύνδρομό τους, την αρχή των εθνικοτήτων: «όλα τα έθνη πολεμούν και στους τυράννους των ορμούν», όπως σάλπισε ο «Πατριωτικός Υμνος» του Ρήγα Βελεστινλή, πριν επέλθει η απογοήτευση που ακολούθησε το Καμποφόρμιο: επανάσταση με δημοκρατική ιδεολογία, δηλαδή αστική, με αστική τάξη τους βιοτέχνες, τους καραβοκυραίους και τους εμπόρους. Δεν αντιστοιχούσαν σε μια «τρίτη τάξη» -κυριολεκτικότερα κατάσταση- που αναζητούσε τη συμμετοχή της στην εξουσία, μάλιστα ανατρέποντας τις βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας και μετατρέποντας την οριζόντια σε κάθετη κινητικότητα. Η διχοτομία κατακτητική (ισλαμική) και κατακτημένη (χριστιανική) κοινωνία μετέτρεπε την κοινωνική σύγκρουση σε σύγκρουση κυριάρχων και κυριαρχούμενων· πολιτική και όχι οικονομική.
Αστοί
Αστική λοιπόν ως προς την ιδεολογία επανάσταση, αλλά όχι επανάσταση μιας οικονομικά ισχυρής,
 εκτός όμως του εξουσιαστικού συστήματος, τάξης. Με δυο λόγια, οι «αστοί» δεν ήθελαν ελεύθερο χώρο, για να αναπτύξουν την οικονομία τους: δεν ήθελαν να ανατρέψουν τους όρους παραγωγής, τις παραγωγικές σχέσεις, γιατί υπήρχαν χάρη σ’ αυτές. Ηθελαν και κατόρθωσαν να εθνικοποιήσουν το παρελθόν, αυτοί και οι άλλοι συντελεστές της εθνικής επανάστασης. Φυσικά την οποιαδήποτε θεωρία της επανάστασης την έδωσαν όσοι μετείχαν στην κίνηση των ιδεών, οι «λόγιοι», οι διανοούμενοι: δεν ήταν όλοι τους της ίδιας κοπής και ο διαφωτισμός στον οποίο τους εντάσσουμε δεν ήταν μονοσήμαντος· ο διαφωτισμός, κυρίως μεταρρυθμιστικός, γινόταν επαναστατικός, όταν η σύγκρουση γινόταν ανάμεσα σε κατακτητές και κατακτημένους, κυριολεκτικότερα -καθώς λέγαμε- ανάμεσα σε μια κοινωνία κατακτητική και σε μια κοινωνία κατακτημένη, με επίκοινους οικονομικούς ρόλους, αλλά μόνο μερικώς ρόλους εξουσιαστικούς.

Αυτή η διχοτομία (παρά τις μακαριότητες μιας συνεχώς αναδυόμενης σκοπιμοθηρικής ιστοριογραφίας) είχε τα επαναστατικά της προηγούμενα, καθοριζόμενα από την πολιτική συγκυρία και τους πολιτικούς σχεδιασμούς όσων έβλεπαν στην οθωμανική εγκαθίδρυση μιαν απειλή. Οι σχεδιασμοί αυτοί προέβλεπαν και μια εδαφικότητα της αποδεσμευμένης από την κατάκτηση κοινωνίας. Η επανάσταση του 1821 συνδέθηκε μ’ αυτά τα προηγούμενα και η ιστοριογραφία της την ενέτασσε σε αυτά ή τη διαχώριζε απ’ αυτά προσδένοντάς την στην αρχή των εθνικοτήτων: και στις δύο περιπτώσεις η οντολογική ιστορία υποτασσόταν στη θεωρία της ιστορίας. Το ζητούμενο είναι να ιδούμε πώς οι κατακτημένοι βίωναν τους όρους της κατάκτησης.

Με τρόπους διαφορετικούς; Με την αποδοχή τους, με έκδηλο παράδειγμα τους εξισλαμισμούς· με την αποδοχή τους, υπό την προϋπόθεση της διατήρησης της ιδιοπροσωπίας τους, κυρίως θρησκευτικής· με την ανταρσία, δηλαδή με τη μη αποδοχή των όρων της κατάκτησης. Με προτίμηση άλλου ηγεμόνα μερικώς ή συνολικώς ομόδοξου· τελικώς, το 1821, με την εθνική χειραφέτηση, με την εθνική κυριαρχία, έστω κι αν έφεραν ηγεμόνες από άλλους τόπους, γιατί οι ίδιοι οι χειραφετημένοι δεν είχαν ηγήτορες γενικής αποδοχής· όταν βρήκαν έναν, αυτός ήταν προσωρινός, προσδεδεμένος σε μιαν από τις προστάτιδες δυνάμεις: τον άτυχο Ιωάννη Καποδίστρια που δεν κατάφερε να ενσωματωθεί σε μιαν άλλη μακροχρόνια παράδοση, εκείνη των χρησμών και των ερμηνειών της Αποκάλυψης.
Ληστές
Αυτή η αδρομερής και όχι βέβαια συστηματική αναδρομή στη συνθετότητα των μεταλλασσόμενων συντελεστών της εθνικής, τελικώς, επανάστασης (και συνάμα στους θρύλους της), μας ξαναφέρνει στους πρωτόγονους συντελεστές της, στους ληστές, που εκφράζανε ταυτόχρονα την ανταρσία και την προσαρμογή: στους ανθρώπους της λείας. Η τελευταία ήταν μια από τις κινητήριες δυνάμεις της εθνικής επανάστασης: δεν μάζευαν τα λάφυρα μόνο στο πεδίο των μαχών· λεηλατούσαν κατακτητές και κατακτημένους, μη αρκούμενοι στη μισθοδοσία. Από νωρίς τους κατήγγειλαν, ανάμεσα στα πολλά παραδείγματα ο Γεώργιος Αναγνώστης Ιατρίδης, όταν καταγράφει τα τεκταινόμενα στην πατρίδα του, το Καρπενήσι, με σκληρούς λόγους για τους δειλούς πλιατσικολόγους επαναστάτες. Οπως ο Σολωμός, έτσι κι αυτός δεν αποκρύψανε τη σκληρότητα, ο ένας, την ιδιοτέλεια ο άλλος, της εθνικής επανάστασης. Κοντά σ’ αυτούς πολλοί άλλοι, περιγραφικώς ή και καταγγελτικώς. Κοντολογίς, δεν είμαστε άμοιροι μιας άμεσης και βιωμένης μαρτυρίας που αποσιωπήθηκε αργότερα από τη μαχόμενη ιστοριογραφία. Να «ανακαλύπτουμε» και να «αποκαλύπτουμε» σήμερα τα καταγραμμένα, είναι σαν να σκοτώνουμε ψόφια λιοντάρια. Ωστόσο, αυτοί οι ληστές και άκαρδοι δεν αποτελούν ηθικές αλλά ιστορικές κατηγορίες και η ιστορία δεν είναι ηθικοκεντρική αλλά ερμηνευτική, αν θέλει να είναι επιστήμη - ή απλώς διανοητική στάση. Ο Μακρυγιάννης έγραψε μια τριπλή ιστορία: τον βίο του, τις φαντασιώσεις του και την αλληλουχία των στρατιωτικών, κυρίως, γεγονότων. Η τελευταία ιστορία αποτυπώνεται στην εικονογραφία του: η Πόλη δεν παραδόθηκε, αλλά αλώθηκε· ο κατακτητής έβαλε στο ζυγό τους κατακτημένους και τους έκαμε σκλάβους· οι ανυπόταχτοι πήραν τα βουνά και το «άμαθο παιδί», ο Ρήγας, έσπειρε το σπόρο της ελευθερίας. Πρόκειται για το ερμηνευτικό σχήμα που υιοθέτησε η «δημόσια» ιστορία. Πρόκειται επίσης για κάτι άλλο, για την κατάκτηση με τις διαμεσολαβήσεις της: με το σπαθί, με τον σταυρό και με την πείνα, θα πει ο Πάμπλο Νερούδα. Η αναλογία είναι αυτόδηλη: με τη βία, με τη θρησκευτική ετερότητα, με την ιδιοποίηση της παραγωγής.
kathimerini